Αναπηρία, η άσπονδη φίλη

της Δέσποινας Καταήμη

Πριν από εννέα χρόνια, είχα την τύχη να συστηθώ, με μια κυρία. Μια κυρία που δεν την καλωσόρισα με αγάπη στη ζωή μου. Μια κυρία που μου έδωσε να καταλάβω τι θα πει πόνος. Μέχρι πριν την γνωρίσω νόμιζα πως ήξερα. Την πραγματική του έννοια όμως, μου την έμαθε αυτή η κυρία. Το όνομα αυτής; Αναπηρία. Φυσικά και έχω νιώσει τον πόνο του να χάνεις δικούς σου ανθρώπους από ασθένειες. Όπως ο καρκίνος. Όπως οι καρδιοπάθειες.
Φυσικά και έχω νιώσει τον πόνο του να χάνεις δικούς σου ανθρώπους ξαφνικά.
Από ανακοπή καρδιάς. Από ένα τραγικό δυστύχημα. Που το σώμα του δικού σου ανθρώπου να μην είναι καν αναγνωρίσιμο. Που ο άνθρωπος αυτός αφήνει πίσω του μια χαροκαμένη μάνα.
Φυσικά και έχω νιώσει και πιο «αστείους» πόνους από αυτούς της απώλειας μιας ανθρώπινης ζωής.
Την προδοσία ενός φίλου. Την αχαριστία ενός ανθρώπου. Το χωρισμό από έναν έρωτα.
Σίγουρα ο ανθρώπινος πόνος δεν μπαίνει σε ζυγαριά. Δεν είναι μετρήσιμος.

Κάθε πόνος την στιγμή που τον βιώνουμε είναι αβάσταχτος. Νιώθουμε πως χάνουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Ίσως νιώθουμε πως θέλουμε να εξαφανιστούμε από όλους και όλα. Ίσως ακόμη να νιώσουμε πως δεν έχουμε κανέναν λόγο ύπαρξης. Όπως λέει όμως ο λαός. Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Συνηθίζεις. Την απουσία. Τον πόνο. Την απώλεια. Μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτήν. Σε καμιά περίπτωση δεν ξεχνάς. Σίγουρα ο πόνος μας αλλάζει. Αλλάζει τις αντοχές μας. Αλλάζει τον τρόπο σκέψης μας. Αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την όποια κατάσταση στη ζωή μας. Αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Έχοντας λοιπόν βιώσει πόνο. Χάνοντας δικούς μου ανθρώπους από καρκίνο. Χάνοντας δικούς μου ανθρώπους από καρδιοπάθειες. Χάνοντας δικούς μου ανθρώπους από ανακοπή. Χάνοντας δικούς μου ανθρώπους από δυστύχημα. Με σώμα μη αναγνωρίσιμο.
Έχω να δηλώσω… Πώς δεν έχω ξεχάσει κανέναν τους. Ακόμη νιώθω τον πόνο. Για όλους τους.
Συνήθισα όμως. Έμαθα να ζω μ’ αυτό. Έχω μέσα μου μια πίκρα και μια γλυκιά ανάμνηση.
Αυτήν την άτιμη όμως την κυρία, που με επισκέφτηκε πριν εννέα χρόνια…
Την συνήθισα. Ποτέ όμως δεν θα την αγαπήσω. Απλά την δέχτηκα τελικά. Έμαθα να ζω μ’ αυτήν.
Αλλά ποτέ δεν θα την έχω μέσα μου σαν μια πίκρα και μια γλυκιά ανάμνηση.
Μέσα στην ψυχή μου πάντα θα υπάρχει ένα γιατί. Που ποτέ κανείς δεν θα μπορέσει να μου το απαντήσει. Και ίσως αν το ζούσα για τον εαυτό μου να μην πονούσε τόσο. Όταν όμως ο πόνος έχει να κάνει με τα παιδιά σου.
Πώς να τον αντέξεις; Πώς να τον διαχειριστείς; Πώς να μάθεις στα παιδιά σου να ζουν μ’ αυτό; Όταν ακόμη και σένα σε ενοχλεί; Πώς να διαχειριστείς μια κρίση νεύρων ενός Αλέκου που δεν ξέρει τον τρόπο να σου εκφράσει την δυσαρέσκεια του; Που μπορεί να γκρεμίσει μια πόλη; Που πιθανόν να κάνει κακό στον εαυτό του και σε άλλους;
Πώς να μπορέσεις να εξηγήσεις και να μάθεις σε μία Ελένη να αντέχει τον αδελφό της; Πώς μπορείς να της μάθεις να περνάει καλά μαζί του; Πώς μπορείς να της μάθεις όχι μόνο να μην ντρέπεται γι’ αυτόν, αλλά να νιώθει περήφανη και ευτυχισμένη για την πάρτη του;
Μια είναι η απάντηση. «Όπως λέει λοιπόν ο λαός… Δέξου τον φίλο σου, με τα ελαττώματα του.» 

Έτσι και γω λοιπόν. Αυτή την κυρία, την αναπηρία, την έκανα φίλη μου. Την δέχτηκα μέσα στο σπίτι μου. Με τα ελαττώματα της. Που πιστέψτε με είναι αρκετά. Αναγκαστικά, τα δέχτηκα όλα. Την αγάπησα μ’ αυτά και γι’ αυτά. Έτσι έπρεπε. Ίσως είναι η μόνη περίπτωση στη ζωή μου, που το πρέπει έχει μεγαλύτερη σημασία από το θέλω. Που το θέτω σαν προτεραιότητα. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι μόνο αντέχεις τον πόνο και μαθαίνεις και να τον διαχειρίζεσαι.
Έτσι μπορείς να πανηγυρίσεις όταν ο Αλέκος καταφέρνει να πει σωστά μια ολόκληρη πρόταση. Έτσι μπορείς να νιώσεις χαρμολύπη μέσα σου, όταν βλέπεις πως η Ελένη διαλέγει τους φίλους της σύμφωνα με το ποιος, όχι απλά δέχεται, αλλά αγαπάει τον αδελφό της. Έτσι. Μόνο έτσι. Δεν ανήκω και δεν θα ανήκω ποτέ στην κατηγορία των ανθρώπων που θεωρούν πως είναι ευλογημένοι και πως έχουν στη ζωή τους έναν άγγελο επειδή έχουν στη ζωή τους τον όποιο Αλέκο. Ανήκω όμως στην κατηγορία των ανθρώπων που θεωρώ πως έχω στη ζωή μου, όχι έναν, αλλά δύο αγγέλους. Τα παιδιά μου. Με ή χωρίς την φίλη μας την αναπηρία. Γιατί τελικά, θέλαμε δεν θέλαμε, την κάναμε φίλη μας. Την δεχτήκαμε. Μάθαμε να ζούμε παρέα της. Προσπαθούμε να της δώσουμε να καταλάβει πως δεν μας έκανε και τόσο κακό τελικά. Και όχι. Δεν ενστερνίζομαι την άποψη πως ο πόνος ή η αγάπη μας κάνουν καλύτερους ή χειρότερους ανθρώπους. Το μόνο τελικά που μας προξενούν, να έχουμε μέσα μας περισσότερη ενσυναίσθηση. Να νιώθουμε τον πόνο του συνανθρώπου μας. Να προσπαθούμε τουλάχιστον. Να είμαστε γενικώς υπερβολικοί σε όλα μας τα συναισθήματα. Ούτε καλύτεροι. Ούτε χειρότεροι. Απλά υπερβολικοί. Και όπως έχω πει στο παρελθόν… Όσοι μας αντέχουν καλοδεχούμενοι. Οι υπόλοιποι… Την μιζέρια και τον οίκτο τους και μακριά από μας. Γιατί εμείς, έχουμε μάθει, να κλείνουμε το μάτι παιχνιδιάρικα, να σκάμε ένα πονηρό χαμόγελο και να ρίχνουμε ένα συνένοχο βλέμμα στη ζωή, λέγοντας της. Εμείς πάμε. Θα ‘ρθεις;

Ετικέτες: ,

Related Posts

Δέσποινα Καταήμη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

90 shares

See You In FB