Ακέραιος

του Παναγιώτη Μπουντζιούκα 

 

Κάποτε ζήλευα της ευτυχίας την εικόνα. Τους κυνηγούς της πληρότητας.
Τα μισά που γίνονταν ένα.
Γύρευα κλάματα και υποδιαστολές, κλάσματα προκύπτοντα, ομώνυμα, να προστεθώ.
Κάποτε γέλαγα με τους αγαπημένους, όρκους πίστης όταν αντάλλασαν.
Αμφισβητούσα τους ερωτευμένους. Έλεγα πυροτέχνημα πασχαλιάτικο θα ‘ναι.
Κι εγώ χαιρέκακα θα το χάζευα όταν θα έσκαγε. Κάθε κορυφή θα ‘χε και κατηφόρα έλεγα.
Και πόσοι έφαγαν τα μούτρα τους κατρακυλώντας.
Κάποτε πίστευα πως ήμουν ανάξιος ν’ αγαπηθώ γιατί δεν ήξερα πώς ν’ αγαπήσω.
Πολύ σοβαρός να ερωτευτώ, πολύ χαζός για να μισήσω.
Μάλλον δε γνώριζα πως γνώριζα.
Κάποτε, όμως, έμαθα πως ζούσα μες την άγνοια.
Γιατί ανακάλυψα τι πάει να πει αγάπη. Γιατί σκαρφάλωσε η καρδιά πάνω από κορυφές και βάθρα.
Με ασφάλεια στα σύννεφα κρύφτηκε και έκλαψε λίγου πρωτόγνωρου βροχή.
Γιατί με κοίταξε βουρκωμένη από ψηλά και είδε την ευτυχία στο χαμόγελο μου.
Μόνο κακόβουλο δεν ήτανε.
Και δεν της ξένισε η εικόνα του γιατί ήταν γνώριμη, δική μου.
Γιατί ήμουν ολόκληρος εγώ. Γιατί ‘χα γίνει ένα.

Υ.Γ.: Κι εσύ ‘σουν το άλλο μου μισό.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

67 shares

See You In FB