Αγαπημένο μου ημερολόγιο

της Μαρίας Στυλιανού

Άγγιξα τις τριανταφυλλένιες σελίδες σου, για να σου πω πάλι απόψε τα εσώψυχά μου. Κι όπως χαϊδεύω τις απαλές σαν πούπουλα σελίδες σου, τόσο η καρδιά μου λαχταρά να σου αφηγηθεί αυτά που ολοένα με προβληματίζουν. Στο άγγιγμά μου, αντιδράς θετικά, εκπέμποντας άπλετη ζεστασιά μα και αγάπη. Κάνεις την κάθε λέξη μου σταθμό, ανάσα την πνοή μου.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Αφήνομαι για λίγο στη ζεστασιά της αγκαλιάς σου, στην τρυφερή και στοργική φωλιά σου. Μοναδικό καταφύγιο ίσως για μένα, αφού εδώ, μαζί σου, δε χρειάστηκε ποτέ να κρυφτώ, ούτε να με προφυλάξω. Προσκυνητάρι της ψυχής μου και αποκούμπι της δύσκολης για μένα καθημερινότητάς μου. Ανάβω ένα κεράκι μπροστά απ’ το εικόνισμα της Παναγιάς που έχεις στον κόρφο σου και εξομολογούμαι ό,τι με απασχολεί, μονάχα στ’ όνομά σου.
Φοβάμαι πια να ανοίγω την ψυχή μου. Οι άνθρωποι γύρω μου, έχουν αγριέψει. Ρίχνουν συνέχεια τις ευθύνες τους στους άλλους, απαιτούν χωρίς να προσφέρουν, νιώθουν πως ξέρουν τα πάντα, σχολιάζουν τα λάθη των γύρω τους, ποτέ όμως τα δικά τους. Με τρομάζει αυτή η αύρα του γκρι. Η θολούρα των ματιών τους, η χολή στην ψυχή τους, το δηλητήριο στο υποσυνείδητο, το μαύρο στη ρουλέτα τους. Η απαίτηση τους να απολογούμαι, να σκύβω, να αγνοώ και να δέχομαι αυτά που μου επιβάλλουν.
Η ατμόσφαιρα έχει μολυνθεί από την κακία και τη ζήλεια τους. Ακόμα και η θάλασσα άλλαξε χρώμα, ο ουρανός ξεθώριασε, τα λουλούδια μαραίνονται πιο εύκολα, η γη στέγνωσε και τα δέντρα συνέχεια διψάνε. Τα πουλιά κρύφτηκαν στις φωλιές τους, κάτω απ’ τα φτερά τους, χαμηλώνοντας τα μάτια από φόβο. Στους δρόμους οι περαστικοί κουμπώνονται μες τα μπουφάν τους, τα στόματα κλείνουν ερμητικά, ούτε μια καλημέρα… Πώς άλλαξαν όλα; Πώς γίναμε έτσι; Πώς σκόρπισαν όλοι γύρω μας;
Τρομάζω… κρυώνω, θέλω και πάλι να κρυφτώ στην αγκαλιά σου. Κάνει ψύχρα στις ψυχές των ανθρώπων, παγωμένα κορμιά που απλά υπάρχουν για να ζουν στη μιζέρια του άδειου μυαλού τους, καρδιές που σταμάτησαν για χρόνια να λαχταράνε. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τη δόξα, το χρήμα, την αποκατάσταση ενός καλύτερου αύριο, που μέχρι να έρθει εκείνο το αύριο χάνεται ο χρόνος για να τον ζήσουν.
Πού πήγε η αγάπη; Πού χάθηκαν όλα; Ποιος έκλεψε τα χαμόγελα απ’ τα πρόσωπα των ανθρώπων, ποιος πάγωσε τα συναισθήματα των ψυχών; Χλωμές εικόνες, μαραζωμένες. Μονάχα οθόνες που μιλάνε και πληκτρολόγια που αναπνέουν μέσα απ’ αυτές. Ένας πλανήτης ψηφιακός, μ’ ένα τεράστιο τοίχο στη μέση να διαχωρίζει το ψεύτικο από το αληθινό.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Στυλιανού
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

1 share

See You In FB