Άδεια χέρια

της Αναστασίας Μιγδάνη

Το πρώτο φως της μέρας την χτύπησε στα μάτια. Τα άνοιξε αργά προσπαθώντας να διακρίνει την ώρα στο παλιό ρολόι που κρεμόταν στον απέναντι τοίχο. Κόντευε επτά, «μεγάλωσε η νύχτα», σκέφτηκε και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Τις τελευταίες μέρες δυσκολευόταν πολύ. Το σώμα της δεν την υπάκουε όπως παλιά. Έστρωσε με αργές κινήσεις την φθαρμένη κουβέρτα που την σκέπαζε τα βράδια. Τα χέρια της με απαλές κινήσεις ίσιωναν τις πτυχές της. Τα κοίταξε έτσι ροζιασμένα και με καφέ κηλίδες που απλώνονταν μπροστά στα μάτια της. Τα δάχτυλα ελαφρώς κυρτωμένα από τα χρόνια και τα νύχια μικρά και σπασμένα.
Θυμήθηκε τα χρόνια που ήταν όμορφα και περιποιημένα. Τότε που χάιδευαν με λατρεία το πρόσωπο του κι αργότερα κλείνανε μέσα τους τα κλαμένα προσωπάκια των παιδιών της. Αυτά τα δύο χέρια φρόντιζαν τα πάντα με αγάπη και στοργή. Κάθε πρωί ετοίμαζαν στοργικά το πρωινό και μετά φρόντιζαν να είναι περιποιημένα τα ρούχα τους και τα μαλλιά τους πριν φύγουν. Όλη την ημέρα τακτοποιούσαν το σπίτι και πρόσεχαν να είναι όμορφο να τους υποδεχτεί. Με τα ακροδάχτυλα τους έριχναν τα μπαχαρικά μέσα στην κατσαρόλα, να έρθει να μοσχομυρίσει η κουζίνα από τη νοστιμιά που ετοίμαζε.
Απορρυπαντικό και νερό τα δρόσιζε μετά το φαγητό και ύστερα ανοίγανε γλυκά τα βιβλία τους για να τα βοηθήσει στα μαθήματα. Με το ένα χέρι να κρατάει το βιβλίο και με το άλλο να μαζεύει τα παιχνίδια τους. Σε ετοιμότητα όλη την μέρα σαν στρατιώτες στον πόλεμο. Τίποτα δεν τα κούραζε, τίποτα δεν τα σταματούσε. Την μια να αγκαλιάζουν τρυφερά και την άλλη να σηκώνουν τον δείκτη τους θυμωμένα. Μέχρι να έρθει το βράδυ και να ξαπλώσουν κουρασμένα πλάι στο κορμί της.

Και τώρα…. Μόνη της στο σπίτι. Αυτήν και τα χέρια της. Κανένας να τον κανακέψουν, κανένας να τον μαλώσουν. Μόνη τους δουλειά να ετοιμάσουν κάτι για φαγητό και να τακτοποιήσουν λίγο το σπίτι. Όλοι τους φύγανε πριν καιρό. Αυτός για τόπο χωρίς γυρισμό και τα παιδιά της στην Αγγλία. Η μόνη τους χαρά πλέον όταν σηκώνουν το ακουστικό για να μιλήσει μαζί τους. Και ακόμη μεγαλύτερη χαρά τα καλοκαίρια που έρχονται να την δουν. Τότε που ξαναθυμούνται τις αγκαλιές και τα χάδια.
Τελευταία όμως πονάνε πολύ σε κάθε τους κίνηση. Όπως και όλο της το κορμί. Οι νύχτες πλέον δεν τα ξεκουράζουν. Το πρωί οι κινήσεις είναι αργές και πλέον δύσκολα μπορούν να φέρουν εις πέρας τις δουλειές.
Το μεσημέρι την βρήκε στην πολυθρόνα της μπροστά στην τηλεόραση. Τα χέρια της ακουμπούσαν τρυφερά την ποδιά της κι αυτήν χάζευε μια εκπομπή. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Με λαχτάρα σήκωσε το ακουστικό και στο άκουσμα της φωνής του γέλασε όλο της το πρόσωπο. «Καλά είμαι παιδάκι μου. Μια χαρά. Μην ανησυχείτε για τίποτα. Ναι έφαγα, μην στεναχωριέσαι. Τα παίρνω τα χάπια μου και προσέχω την διατροφή μου. Όλα είναι καλά. Να μου φιλήσεις τα παιδιά». Έκλεισε το τηλέφωνο και σήκωσε το χέρι της να σκουπίσει ένα δάκρυ. Ύστερα το κατέβασε αργά και το ακούμπησε πάνω στο άλλο. Τα δάχτυλα του ενός μπλέχτηκαν στα δάχτυλα του άλλου. Ακούμπησε το κεφάλι της πίσω και έκλεισε τα μάτια, σίγουρη πια πως το αυριανό φως της μέρας δεν θα τα άνοιγε.

 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

25 shares

See You In FB